Αν ξεφυλλίσει κανείς τα βιβλία της παγκόσμιας ιστορίας, θα παρατηρήσει μια μοναδική ιδιαιτερότητα: οι περισσότερες χώρες γιορτάζουν τη λήξη ενός πολέμου ή την ημέρα της απελευθέρωσής τους. Η Ελλάδα αποτελεί μια από τις ελάχιστες εξαιρέσεις που γιορτάζει την έναρξη.
Γιατί όμως επιλέγουμε να τιμούμε την 28η Οκτωβρίου 1940, τη στιγμή δηλαδή που μπήκαμε στο πιο σκοτεινό κεφάλαιο του 20ού αιώνα; Η απάντηση δεν κρύβεται στα όπλα, αλλά στην ψυχολογία εκείνης της νύχτας. Είναι η γιορτή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της άρνησης του συμβιβασμού.
Το χρονικό των δραματικών ωρών: 02:50 π.μ.
Τα ξημερώματα της Δευτέρας 28ης Οκτωβρίου 1940, η Αθήνα κοιμόταν ανύποπτη. Στις 02:50 π.μ., ένα αυτοκίνητο με τη σημαία της φασιστικής Ιταλίας πέρασε τις πύλες της οικίας του Έλληνα πρωθυπουργού, Ιωάννη Μεταξά, στην Κηφισιά. Ο Ιταλός πρέσβης, Εμανουέλε Γκράτσι, έχοντας λάβει κατεπείγον τηλεγράφημα από τη Ρώμη και τον Μπενίτο Μουσολίνι, ζήτησε να δει επειγόντως τον πρωθυπουργό.
Ο Γκράτσι παρέδωσε ένα τελεσίγραφο με το οποίο η Ιταλία απαιτούσε να καταλάβει, ως εγγύηση για τη δική της ασφάλεια, ορισμένα στρατηγικά σημεία του ελληνικού εδάφους (λιμάνια, αεροδρόμια και οδικούς άξονες), τα οποία δεν κατονόμαζε. Η διορία για την απάντηση ήταν μόλις τρεις ώρες: μέχρι τις 06:00 π.μ.
Η λογική των αριθμών έλεγε «συνθηκολόγηση». Η Ιταλία ήταν μια αυτοκρατορία 45 εκατομμυρίων με υπερσύγχρονο στρατό, ενώ η Ελλάδα μια μικρή χώρα 7 εκατομμυρίων, εξαντλημένη από πρόσφατους πολέμους και πολιτική αστάθεια. Διαβάζοντας το έγγραφο, ο Μεταξάς αντίκρυσε το απόλυτο αδιέξοδο. Κοίταξε τον Γκράτσι και του είπε στα γαλλικά (την επίσημη γλώσσα της διπλωματίας τότε): «Alors, c’est la guerre» (Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο).
Το παλλαϊκό «ΟΧΙ» και το Έπος της Πίνδου
Το «Όχι» εκείνης της στιγμής φαινομενικά στερούταν κοινής λογικής. Ήταν μια απόφαση που εμπεριείχε τεράστιο ρίσκο και τον τρόμο του άγνωστου. Όμως, το πραγματικό θαύμα συνέβη λίγες ώρες μετά, όταν άρχισαν να ηχούν οι σειρήνες της αεράμυνας και οι καμπάνες των εκκλησιών.
Αυτό το διπλωματικό, μοναχικό «όχι» αγκαλιάστηκε αμέσως από έναν ολόκληρο λαό. Οι Αθηναίοι ξεχύθηκαν στους δρόμους πανηγυρίζοντας, ενώ στα μάτια των νεαρών φαντάρων που επιβιβάζονταν στα τρένα για το μέτωπο δεν υπήρχε φόβος, αλλά μια πρωτόγνωρη ορμή.
Στα παγωμένα, λασπωμένα βουνά της Πίνδου, στο Καλπάκι και στο Μοράβα-Ιβάν, γράφτηκε μια από τις πιο αναπάντεχες σελίδες της στρατιωτικής ιστορίας. Ο ελληνικός στρατός, υπό την ηγεσία του Αρχιστράτηγου Αλέξανδρου Παπάγου, όχι μόνο αναχαίτισε την επίθεση της πανίσχυρης ιταλικής μεραρχίας «Τζούλια», αλλά πέρασε στην αντεπίθεση, απελευθερώνοντας πόλεις της Βορείου Ηπείρου όπως η Κορυτσά, οι Άγιοι Σαράντα και το Αργυρόκαστρο.
Ήταν η πρώτη νίκη των Συμμάχων εναντίον του Άξονα σε ολόκληρο τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μια νίκη που ανάγκασε ακόμα και τον Ουίνστον Τσόρτσιλ να δηλώσει το περίφημο:
«Στο εξής δεν θα λέμε ότι οι Έλληνες πολεμούν σαν ήρωες, αλλά ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες».
Το διαχρονικό μήνυμα: Τα δικά μας καθημερινά «Όχι»
Σήμερα, δεκαετίες μετά, δεν καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε ολοκληρωτικά καθεστώτα στα σύνορά μας, αλλά ερχόμαστε καθημερινά αντιμέτωποι με άλλες μορφές πίεσης. Το μήνυμα της 28ης Οκτωβρίου μεταφέρεται αυτούσιο στη δική μας ζωή μέσα από μια απλή ερώτηση: Πότε ήταν η τελευταία φορά που είπαμε ένα δύσκολο, αλλά αναγκαίο «όχι»;
-
-
«Όχι» στον συμβιβασμό με μια καθημερινότητα που δεν μας εκφράζει.
-
«Όχι» στον φόβο της αποτυχίας που μας κρατάει στάσιμους.
-
«Όχι» στην τοξικότητα, στις εκπτώσεις αξιών και στην εύκολη οδό της σιωπής όταν βλέπουμε κάτι άδικο γύρω μας.
-











